Την Κυριακή το πρωί στο Κοιμητήριο του Άνω Γαρούνα θα γραφεί ο επίλογος μιας περιπέτειας που ξεκίνησε στις 8 Αυγούστου του 1964 και έτσι θα αναπαυθεί η ψυχή του 29χρονου ήρωα Πλωτάρχη Σπύρου Αγάθου, ο οποίος σκοτώθηκε σε μάχη που έδωσε το πλήρωμα της Ακταιωρού «Φαέθων» στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1964 και όπου σκοτώθηκαν 7 Έλληνες, ενώ ακρωτηριάστηκε ο Κυβερνήτης της Ακταιωρού Δημήτρης Μητσάτσος, στον οποίο οι ανώτεροι του απαγόρευσαν να αναφέρεται στο περιστατικό για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις μας με την Τουρκία.

Στους γονείς του Πλωτάρχη Σπύρου Αγάθου το Ελληνικό κράτος είπε ότι το παιδί τους δεν σκοτώθηκε σε μάχη πάνω στο καθήκον ως ήρωας, αλλά σε ατύχημα σε γυμνάσια στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το 1984 η σύζυγος του Πλωτάρχη Σπύρου Αγάθου, την οποία είχε παντρευτεί μια ημέρα πριν φύγει για την τελευταία του αποστολή και τιμωρήθηκε για αυτό από το Πολεμικό Ναυτικό επειδή δεν είχε συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας του, έφερε και έθαψε στον Άνω Γαρούνα τα λείψανα του. Πριν λίγα χρόνια αποκαλύφθηκε ότι είχε γίνει λάθος, το οποίο θα «διορθωθεί» την Κυριακή 21 Ιανουαρίου στον Άνω Γαρούνα, αφού τα λείψανα του ήρωα Σπύρου Αγάθου επέστρεψαν πριν λίγες ημέρες από την Κύπρο.

Να δούμε πως ακριβώς έγιναν τα γεγονότα όπως τα εξιστορεί ο Κυβερνήτης της Ακταιωρού Δ. Μητσάτσος:

«Το μεσημέρι της 8ης Αυγούστου περιμέναμε το ανταλλακτικό και πυρομαχικά. Είχε έρθει μία βενζινάκατος να μας φέρει εφόδια, όταν είδα πάνω από τον όρμο ένα αναγνωριστικό αεροπλάνο. Επειδή ήμουν αξιωματικός πυροβολικού, είχα υπόψη μου τον τρόπο που γίνονται αυτές οι επιχειρήσεις. Οταν πετάει ένα αναγνωριστικό αεροπλάνο για φωτογραφίες, αυτό είναι ο προπομπός επίθεσης, δηλαδή όπου να ‘ναι θα έρθουν τα μαχητικά. Τότε έδιωξα το άλλο πλοίο, που δεν είχε ζημιά, να πάει στη Λεμεσό, όπως του είχε πει και ο αντιπλοίαρχος, τότε, Αραπάκης από τη Λευκωσία, φώναξα το πλήρωμα και είπα ότι όποιοι έχουν υποχρεώσεις ή θέλουν να φύγουν, να μπουν στη βάρκα και να φύγουν, διότι έκαναν τη θητεία τους. Δεν είχαν λόγο να πολεμήσουν αν δεν ήθελαν, διότι η Ελλάδα δεν είχε πόλεμο, ήταν σε ειρήνη. Αυτή ήταν αποστολή σε άλλο κράτος, για την προστασία του ελληνισμού εκεί. Μάλιστα, οι δύο υπαξιωματικοί που σκοτώθηκαν, του ενός η γυναίκα είχε γεννήσει πριν από ένα μήνα και του άλλου η γυναίκα ήταν έγκυος. Τους είπα: «Φύγετε, γιατί έχετε παιδιά και σε λίγη ώρα μπορεί να…». Δυστυχώς, δεν έφυγε κανείς και έμειναν όλοι.

Μόλις έφυγε η βενζινάκατος και ανέβασαν την άγκυρα, έστειλα σήμα στη Λευκωσία ότι αναμένω τουρκική προσβολή. Η απάντηση ήταν: «Αναμείνετε να βληθείτε πρώτα και εν συνεχεία να απαντήσετε με τα πυροβόλα σας». Πράγμα που έγινε με ένα πυροβόλο ουσιαστικά,διότι είχε γίνει λάθος από εδώ και μου είχαν δώσει πέντε κάνες και μόνο για τη μία πυρομαχικά. Οι άλλες τέσσερις είχαν πυρομαχικά, αλλά για άλλου είδους πυροβόλα. Και δοκιμές δεν είχαν γίνει, παρά μόνο στη Μανσούρα, όπου διεπιστώθη αυτό, αλλά δεν μπορούσε να λυθεί, γιατί τα πυρομαχικά πρέπει να έρθουν από την Ελλάδα.

Η μάχη

Ηρθαν τα αεροπλάνα και άρχισαν τις επιθέσεις. Η μάχη κράτησε αρκετή ώρα, διότι έκανα ελιγμούς ανάμεσα από κάτι αμερικανικά φορτηγά που ήταν εκεί για να φορτώσουν μετάλλευμα. Φαντάστηκα ότι οι Τούρκοι δεν θα χτυπούσαν γιατί θα έβλεπαν τις αμερικανικές σημαίες, αλλά οι επιθέσεις ήταν αγριότατες. Ρίξαμε ένα αεροπλάνο και χτυπήσαμε ένα άλλο, που, νομίζω, προσγειώθηκε στην Τουρκία. Με μία μηχανή δεν μπορείς να χειριστείς το πλοίο καλά, γιατί δεν στρίβει εύκολα. Χάνει τις ελικτικές του δυνατότητες και την ταχύτητά του, η οποία δεν ήταν υψηλή, αλλά άλλο αν πηγαίνεις με οκτώ μίλια, και άλλο με δεκαεπτά. Οχι ότι θα γινόταν τίποτα σοβαρό, αλλά θα ήταν πιο εύκολες οι κινήσεις μου για να αποφύγω περισσότερες ζημιές.

Άρχισαν να σκοτώνονται άνθρωποι. Στην προσπάθειά μου να σώσω το υπόλοιπο πλήρωμα, σκέφτηκα ότι το καλύτερο θα ήταν να το κάτσω πάνω στην άμμο. Εκεί υπήρχε μια προβλήτα, όπου πουλούσαν το μετάλλευμα στα καράβια που περίμεναν να φορτώσουν. Την ώρα που έδινα τη διαταγή να στρίψουμε, το καράβι δεν έστριβε. Κοίταξα στην τιμονιέρα και είδα ότι ο πηδαλιούχος είχε σκοτωθεί. Πήρα το πηδάλιο και μετά ήρθε δίπλα μου ο ύπαρχος, ο νοσοκόμος και κάποιοι άλλοι. Ενα αεροπλάνο, που ερχόταν πολύ κοντά με το νερό και δεν το είδε κανείς, έριξε μία ριπή στη γέφυρα και σκοτώθηκαν ο ύπαρχος, ο νοσοκόμος και ένας Κύπριος που ήταν μαζί μας, τραυματίστηκε κάποιος άλλος και πέρασαν οι σφαίρες μέσα από το χέρι μου. Οπότε, στην έξαψη και με ένα χέρι, το έριξα στην παραλία και διέταξα εγκατάλειψη πλοίου.

Οι άνθρωποι πήδηξαν στο νερό για να κολυμπήσουν κάτω από την προβλήτα, αλλά τα αεροπλάνα συνέχισαν τις επιθέσεις και στους ναυαγούς στη θάλασσα. Τελικά βγήκαμε έξω. Είπα στο πλήρωμα να βρουν αυτοκίνητο να μας πάνε σε νοσοκομείο. Πήγαμε. Οι Τούρκοι έκαψαν το καράβι με βόμβες ναπάλμ, όπως και πολλούς ανθρώπους στις παραλίες εκεί στο καραβοστάσι «Ξερός». Από τους 23 μέσα στο πλοίο, σκοτώθηκαν οι δύο υπαξιωματικοί, τέσσερις ναύτες και ο Κύπριος. Είμαι ο μόνος επιζών αξιωματικός, που είμαι ανάπηρος, με κομμένο το δεξί χέρι.

Πήρα διαταγή να μη μιλήσω ποτέ…

Η συγκάλυψη έγινε άμεσα. Επέστρεψα από την Κύπρο με δύο χέρια, αλλά για να μη με δουν οι δημοσιογράφοι, με έβαλαν σε νοσοκομείο που δεν λειτουργούσε, και χωρίς ιατρική περίθαλψη, έπαθα γάγγραινα. Γι’ αυτό με βλέπετε με ένα χέρι. Στη συνέχεια, θέλησαν να καλύψουν το γεγονός για τόσα χρόνια, διότι ήμουν μόνιμος αξιωματικός και θα υπήρχε πρόβλημα, εάν απεκαλυπτόταν ότι Ελληνας μόνιμος αξιωματικός συμμετείχε. Το 1964 οι διοικούντες δεν είχαν έτοιμα σενάρια να αντιμετωπίσουν μία κρίση. Σκέφτηκαν: «Να στείλουμε τα καράβια, τι θα γίνει; Δεν θα γίνει τίποτα». Το πράγμα στράβωσε από τη στιγμή που γύρισα ζωντανός. Απόφοιτος της Σχολής Δοκίμων, μόνιμο στέλεχος του Ναυτικού, πώς θα δικαιολογούταν; Πώς βρέθηκα με ένα χέρι, κι από πού; Οι άλλοι απελύθησαν, πήγαν σπίτια τους. Και να μίλαγαν, δεν παίζει ρόλο, γιατί ήταν αρτιμελείς. Εγώ δεν ήμουν και ως μόνιμο έπρεπε να με πάνε κυβερνήτη σε καράβι. Πώς θα ήμουν με ένα χέρι;

«Πώς θα σε εμφανίσουμε;»

Το μόνο που έμενε ήταν να συγκαλυφθεί το πράγμα κι εγώ να λέω ότι έχασα το χέρι σε μια έκρηξη, όπως μου είχαν πει. Πρότεινα να παραμείνω στο Ναυτικό, εν ενεργεία, και να σταδιοδρομήσω με τους συμμαθητές μου. Αλλά μου είπαν οι αρχηγοί: «Πώς θα σ’ εμφανίζουμε; Με το μανίκι στην τσέπη»; Πας σε δεξιώσεις με το μανίκι στην τσέπη; Είναι άσχημο το θέαμα, καταλάβατε; Γι’ αυτό κι εγώ έδωσα εξετάσεις, μπήκα στο Πολυτεχνείο, τώρα είμαι ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος κι αυτά είναι απλώς μια ανάμνηση. Σήμερα είμαι πλοίαρχος σε πολεμική διαθεσιμότητα και εργάζομαι στη ναυτιλία, στη ΗΕLΜΕΡΑ».